Saturday, July 22, 2006

ΟΤΑΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕ...


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 14 ΙΟΥΛΙΟΥ 2006-07-14


Προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο του Μανάους 2 η ωρα Ελλάδος, ξημερώματα Παρασκευής, 7 ωρα Βραζιλίας, Πέμπτη απόγευμα. Ο κυβερνητης μας προετοίμασε κάπως για αυτό που μας περίμενε μόλις άνοιγαν οι πόρτες του αεροπλάνου: Εξω, είπε, έχει 35 βαθμούς Κελσίου και 95% υγρασία!

Κόλαση! Υπομείναμε τη σύντομη τελετή προς τιμήν του Πατριάρχη, και επιβιβαστήκαμε στα λεωφορεία μας για να πάμε στις προβλήτες του λιμανιού όπου είναι δεμένα τα πλοιάρια που θα μείνουμε.

Ο συνοδός μας ο Πόλ, ένας Βραζιλιάνος που μου θυμίζει κάτι μεταξύ Ρέι Τσαρλς και Χαρι Μπελφαόντε (αν ποτέ μπορείτε να το φαντασθειτε αυτό!) μας καλωσορίζει «σ’ έναν τόπο όπου, σας ορκίζομαι κυρίες και κύριοι, δεν μπορείτε να διανοηθειτε κάν την ομορφιά του». Τα μάτια του είναι κλειστα σαν προφέρει τη λέξη «ομορφιά», και το πρόσωπό του φέγγει από ένα σίγουρο και γαλήνιο χαμόγελο. Ειμαι σίγουρος πως αισθάνεται αυτά που μας λέει, δεν το κάνει μόνο επειδή είναι ξεναγός.

Δεν βλέπουμε τίποτα γύρω μας. Το σκοτάδι δεν θα μπορούσε ναταν πιο μαυρο. Κλείστηκα μέσα στην παγωνιά της κλιματισμένης μου καμπίνας, έκανα ένα μπάνιο με κίτρινο νερό, προσέχοντας να μην καταπιών ούτε σταγόνα, αλείφθηκα με κρέμα που απωθεί, λέει, τα έντομα, και χώθηκα κάτω από τα σεντόνια διαβάζοντας κείμενα για τον Αμαζόνιο, που κατέβασα από το Ιντερνετ και έφερα μαζί μου.

Είμαστε στο παραπόταμο Ριο Νέγκρο του Αμαζόνιου. Λέγεται «Μαύρος Ποταμός», και λόγω της μεγάλης οξύτητας των υδάτων του δεν μαζεύει κουνούπια. Το σαν Κοκα Κολα νερό που τρέχει στα μπάνια μας είναι από αυτόν τον ποταμό. Μας λένε πως είναι ακίνδυνο ακριβώς επειδή έχει τόση μεγάλη οξύτητα που σκοτώνει τα μικρόβια. Μας συστήνουν όμως να μην το πίνουμε, και τα δόντια μας τα πλένουμε με νερό εμφιαλωμένο.

Ξυπνώντας το πρωί και βγαίνοντας από την καμπίνα, αντικρίζουμε ένα θέαμα που στ’ αλήθεια σου κόβει την ανάσα. Ένας ποταμός, σαν θάλασσα. Απέραντος, σαν αιώνια αγκαλιά, γυαλιστερός και με σκόρπιες πινελιές από κόκκινο, λόγω του πρωινού ήλιου, που πρόλαβε κιόλας να φέρει την πρώτη σταγόνα ιδρώτα στο κούτελό μου.
Αγναντεύοντας πέρα, είναι αδύνατον, ακόμα, να συλλάβω το «πραγματικό μέγεθος» και το ατέλειωτο βάθος ιστορίας αυτού του ποταμού – του δεύτερου σε μήκος στον κόσμό (ο μακρύτερος είναι ο Νείλος), αλλά του μεγαλύτερου σε όγκο νερού, γι’ αυτό τον λένε και «Ποταμό Θαλασσα».

Είμαι σίγουρος πως ό,τι διάβασα όλες αυτές τις μέρες για τον Αμαζόνιο, τον ποταμό και τη ζούγκλα, θα χωνευτούν μέσα μου πολύ διαφορετικά όταν, από αύριο, αρχίζουμε να τον ταξιδεύουμε. Περιμένω πως και πως αυτήν την δεύτερη γνωριμία. Η πρώτη, εδώ στην προβλήτα του Μανάους, είναι σαν ναμαι σε λιμάνι, και έχει στατικότητα. Ο ποταμός αποκτά ζωή όταν συναντήσεις και τους ανθρωπους και τη φύση του.

Στο μεσημβρινό διάλειμμα της πρωτης ημερας του Συμποσίου, που ξεκίνησε με τα καλωσορίσματα και τις συνηθισμένες, σ’ αυτές τις περιπτώσεις ομιλίες, έπιασα κουβέντα με τον Σκότ Ουάλλας, έναν Αμερικανό συγγραφέα, δημοσιογράφο, παραγωγό και φωτορεπόρτερ, που εργάζεται στη Ουάσιγκτον για πολλά έντυπα, καλύπτοντας κυρίως περιβαλλοντικά και ανθρωπολογικά θέματα.

Πρίν από περίπου 4 χρόνια, πήγε με μια 30 μελή αποστολή (επικεφαλείς της οποίας ηταν ειδικές κυβερνητικές δυνάμεις, πλήρως εξοπλισμένες), σ’ ένα από τα πιο απόμακρα και ανεξερεύνητα μερη του Αμαζονίου, την Κοιλάδα του Γκαβαρί, στα βόρεια της χώρας, πολύ κοντά στα σύνορα με το Περού. Στη βραζιλιάνικη κυβέρνηση υπάρχει το λεγόμενο «Τμημα Απομονωμένων Ινδιάνων», και είναι με μέλη αυτού του τμήματος που ξεκίνησε ο Ουάλλας να πάει σ’ αυτήν την τεράστια δασική περιοχή (που έχει έκταση σχεδόν ίση με εκείνη της Πορτογαλίας), όπου ζουν περίπου 30 uncontacted tribes, όπως λένε αυτές τις φυλές που δεν έχουν έρθει ποτέ σε επαφή με κανέναν άλλον άνθρωπο, ουτε με άλλης κοντινής τους φυλής. Από αυτές τις περίπου 30 φυλές των ανέγγιχτων, έχουν επισημανθει οι 17. Οι υπόλοιπες, μετακινούνται συνεχώς μεσα στο δάσος, φροντίζοντας από εκεί ποιυ φεύγουν να εξαφανίζουν όλα τα ίχνη τους.

Πως είναι τα πρόσωπα αυτών των ανθρωπων, τι φοράνε, τι τρώνε, που μένουν, τι γλώσα μιλάνε, κανείς δεν ξέρει.

Από το Μανάους, η αποστολή του Ουάλλας πέταξε με αεροπλάνο έως την Κοιλάδα του Γκαβαρί, και από εκεί άρχισε ένα άλλο, μακρυ, δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι, μεσα στη ζουγκλα, που κράτησε σχεδόν 3 εβδομάδες. Εστησαν καρτερι σε διάφορα σημεία του δάσους, βασισμένοι σε πληροφορίες που είχαν συλλέξει τα μέλη αυτου του Τμήματος Απομονωμένων Ινδιάνων, και κάποια στιγμή, αργά το απόγευμα μιας μέρας του Ιουνίου, «ειδαμε σκιές στο δάσος». Ηταν, συμπέραναν, η φυλή που γυρευαν.

«Μας ειδαν όμως και αυτοι», μου λέει ο Ουάλλας, «και χωθηκαν ακόμα πιο βαθεια στο δάσος. Ηταν σαν να παίζαμε κρυφτό, εκείνοι και εμείς. Κρατησε τρία μερόνυχτα αυτό το παιχνίδι. Οι κινησεις μας ηταν ελάχιστες, όπως και οι δικές τους, ενώ ταυτόχρονα δέκα μέλη της ομάδας κινηθηκαν προς άλλη κατευθυνση, κυκλικά, για να εντοπίσουν το χωριό τους.»

Το κυνηγητό αυτό των σκιών τέλειωσε όταν η ομάδα των 10 εντόπισε το χωριό, αλλά οι αυτόχθονες είχαν κιόλας τραπεί σε φυγή. «κατάλαβαν ότι είμασταν πολλοί, οργανωμένοι, και καλά οπλισμένοι. Εάν καταλάβαιναν ότι είμασταν 10-15 περίεργοι εξερευνητές του Αμαζονίου, θα μας είχαν καθαρίσει, σίγουρα», μου λέει ο παλαίμαχος ρεπόρτερ του National Geographic.

Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, μια αποστολή με σκοπό να επιτευχθει επαφή με τους ανέγγιχτους του Αμαζονίου, δεν απέφερε σπουδαία αποτελέσματα. Μπαίνοντας στο εγκαταλελειμένο χωριό, ο Ουάλλας και οι συνεργάτες του βρηκαν φωτιές να σιγοκαίνε, ολόκληρες στιβες από κρέατα (όλα από διάφορα είδη μαιμούδων), κόκκινο σκόνη uruku με την οποία έβαφαν το σώμα και το πρόσωπό τους, και μεγάλες ποσότητες δηλητηρίου, curare, που έβαζαν στα βέλη τους.

Οπωσδηποτε οι άνθρωποι αυτοί είναι φοβισμένοι. Αλλά σίγουρη είναι επίσης η επιθυμία τους να τους αφησουμε ήσυχους να συνεχίσουν να ζούν όπως θέλουν. Οσες φυλές ανέγγιχτων πιέστηκαν να ενταχθούν σε πιο οργανωμένους οικισμούς στον Αμαζόνιο, απολαμβάνοντας ακόμα και την βοήθεια της κυβέρνησης, εμφανίζουν κιόλας σημάδια μαρασμού.

Η σπουδαιότερη αρετή τους είναι ο απίστευτος σεβασμός τους για το περιβάλλον, φροντίζοντας ακόμα και τα ζωα που σκοτώνουν για να τραφούν να είναι γέρικα ζωα και να μην πειράζουν ποτέ τα πιο μικρά. Αυτό που τωρα πασχίζουν οι περιβαλλοντιστες να πείσουν τις αρχές της Βραζιλίας να κάνουν, δηλαδή την αειφόρο ανάπτυξη, για τους ανέγγιχτους αυτόχθονες, αυτές τις σκιές του Αμαζονίου, είναι τρόπος ζωής.

Ολες αυτές οι εκστρατειες προς ανεύρεσή τους, έχουν έναν μεγάλο κίνδυνο: να μετατρέψουν τους ανθρωπους αυτούς σε θέαμα, όπως κάναμε εμείς παλιά στα χωριά μας με τις αρκούδες, η οι ιδιοκτήτες των τσίρκων με τα άγρια ζωα που κάνουν τούμπες και περνάνε μέσα από φωτιές.

Από την άλλη, όμως, ίσως είναι χρησιμο να έρθουμε κάποια στιγμή πιο κοντά τους, όχι για να τους εκπολιτίσουμε, αλλά μάλλον για να μας διδάξουν εκείνοι έναν άλλον, πιο σωστό τρόπο ζωής που ίσως δεν γνωρίζουμε.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

(Ανεβαίνει σημερα αυτό το post, πολύ καθυστερημένα, γιατί το laptop μου έπαθε Black-out όλες αυτές τις ημερες, πιθανως λόγω … υπερσυγκέντρωσης υγρασίας, και αναγκάστηκα να χρησιμοποιω ένα και μοναδικό laptop κοινό που υπάρχει στην αίθουσα Τυπου του μεγάλου πλοίου, ίσα-ίσα για να γραφω και να στέλνω τα κομμάτια μου στην «Ελευθεροτυπία». I’ll make up for it τις προσεχεις ημέρες.)

4 Comments:

Anonymous Anonymous said...

Μα πόση ομορφιά προσφέρουν αυτές οι "τριτοκοσμικές" εμπειρίες? Το νερό από κόκα-κόλα, το δέος για τον ποταμό και την απλότητα του κόσμου. Στο σημερινό άρθρο της Ελευθεροτυπίας υπάρχει και η άλλη (φαρμακευτικό συμφέρον) όψη του νομίσματος. Μεταφέρετε πολύ ωραία όλες τις εικόνες σε όσους δεν μπορούμε να τις απολαύσουμε.

6:12 PM  
Blogger Jason said...

Προσμένουμε την επιστροφή σας...

9:00 PM  
Blogger Dimitris Nikolsky said...

Ένας άγνωστος κόσμος για όλους εμάς εκέι που και τα ζώα έχουν αξία. Ενώ στο δικό μας δυτικό κόσμο, τον "πολιτισμένο" βλέπουμε τη αξία έχει η ανθρώπινη ζωή για μερικούς εκεί στη Μέση Ανατολή.

12:40 PM  
Blogger Stavros Katsaris said...

Θα μας διδάξουν ή θα τους καταστρέψουμε και αυτούς?

4:09 PM  

Post a Comment

<< Home